♣ Το Φθινοπωρινο ♣

Τον Οκτώβριο,
τα κλαδιά στα κόκκινα
λάμπουν στον ήλιο.


Τον Νοέμβριο,
τα κλαδιά στα κίτρινα
πέφτουν στο χώμα.


Το φθινόπωρο,
το αναποφάσιστο
που μας ηρεμεί.


Καμιά γιορτή
αμέτρητα τα φύλλα
κανένα γέλιο.


Κίτρινο χώμα,
πού πήγαν οι αγκαλιές;
Δύει ο ήλιος.

Photo: Praktica MTL 5 (1.8/50). Kodak Gold 200, 35mm film. Groningen, the Netherlands. April 2020.

♠ Ode to the Now ♠

When our lives were happening,

we couldn’t stand still.

Now that our lives just are,

we cannot move forward.


Embracing Silence is all we can do,

embracing Stillness is all we can do,

embracing ourselves is all we can do,

embracing our weaknesses is all we can do,


for us,

our families,

the world,

now is the time to look inward

then gaze outward and

just BE.

Photo: Praktica MTL 5 (1.8/50). Kodak Gold 200, 35mm film. Groningen, the Netherlands. April 2020.


Layers upon layers of restlessness,

upon layers of unburnt stars,

of overheated supernovas

and overflowing dark matter.



is my only refuge now.


I can’t look myself in the mirror anymore,

no reflection is looking back.

Eyes are dried out – forgotten –

almost like dying stars

we only see in our dreams.


The rooftop has fallen

on us

and our dreams,

it has ‘2020’ carved on it

and its debris attacks the silence

while we laugh at our own jokes.


If only I had time to read more.

If only I had time to watch more movies.

If only I had time to catch up on my to-do lists.

Now there is time,

but no soul to put into it.


The sky is dark,

like the inside of my room.

Words escape my mouth

but bounce back at the walls around me

and enter my mouth again.


No sounds,

No world.


My jaw is broken now,

the lines are blurred,

and stars flicker above me

in the night sky.

They remind me that life

is like Silence:

You fee it the most

when it is the only thing you hear.

Photo: Nikon F75 (28-100mm). LomoChrome Purple, 100-400, 35mm film. Groningen, the Netherlands. May 2020.

Our Summer

Dead bugs around me

dead end

no land can caress my sorrow,

no land has room for my depth

and the crows’ screams.


At night we see others swimming

steadily and slowly

into dark blue waters

while crickets sing



Soft waves touch our skin.

A light sound that reaches our dreams

reflects on the water’s surface.

No memory

or sense

stay undisturbed.


This is our summer.

Photo: Nikon F75 (28-100mm). LomoChrome Purple, 100-400, 35mm film. Agios Ioannis, Pelion, Greece. August 2019.

Τον καιρο της καραντινας

Τ’ αστέρια κρύβονται,
             οι ίσκιοι εξαφανίζονται.
Πού γυρνάς τα βράδια,
             τώρα που ζέστανε ο καιρός;
Ο κόσμος φαίνεται σιωπηλός
             σχεδόν ήρεμος.
Ο αέρας όμως γεμάτος
             ανησυχία εδώ, εκεί, παντού.

Ψίθυροι εξαντλημένοι,
             αναζητούν το φως,
             αυτό που χάσαμε,
             που θρέφαμε κρυφά,
             τα βράδια αυτού του Ιουνίου.

Θέλεις να πάμε βόλτα;
Να δούμε λίγο κόσμο
      – ν α ξ ε σ κ ά σ ο υ μ ε –
Άσε μωρέ,
             τους βλέπουμε κι απ’ το παράθυρο.
Εκτός αυτού, σφίγγεται η καρδιά μου όταν το ενάμιση μέτρο γίνεται ένα,
             μετά μικραίνει
             και συρρικνώνεται
               στα 50 εκατοστά,
               40 εκατοστά,
               30 φτου και δεν βγαίνω
               ποτέ ξανά απ’ το σπίτι μου.

Οι φίλοι μου έχουν ξεχάσει το πρόσωπό μου,
εγώ έχω ξεχάσει τ’ όνομά μου
και αργά τρώω τα σωθικά μου
ανασαίνω αέναη ανησυχία
        – σωπαίνει η ψυχή –

Εισπνοή – Εκπνοή.
Μέρες έχω ν’ ακούσω τη φωνή μου
να βοά στην ησυχία,
και τρομάζω.
             Μήπως έφυγε;
Καμία απάντηση.

Τελείωσε ή ακόμη;
Δεν ακούω τίποτα.
             Έρχεται καταιγίδα.

Photo: Nikon F75 (28-100mm). LomoChrome Purple, 100-400, 35mm film. Groningen, the Netherlands. May 2020.

Οταν αλλαζει ο καιρος

Όταν αλλάζει ο καιρός

οι πληγές μικραίνουν,

σχεδόν εξαφανίζονται.


Τις μικρές ώρες της νύχτας


λες και ο χρόνος δεν τις επιτρέπει

να γιάνουν.


Η θύμησή τους, τώρα ζωγραφισμένη

με ασπρόμαυρο μελάνι,

σε μπεζ φόντο,

πονά σε ανύποπτες στιγμές,

ακόμη και όταν

ο ήλιος καίει το δέρμα,

ακόμη και όταν η βροχή

λούζει το σώμα.


Ίσως στο μέλλον

να μην τις νιώθω πια,


που θα έχω νικήσει τον θάνατο.

Photo: Nikon F75 (28-100mm). Color Negative, 35 mm, ISO 800. Stadspark Groningen, the Netherlands. March 2020.

Shadows and lines

Lines are dancing on the walls at night,

flickering shadows talk to me.

The silence is too powerful to handle,

it suffocates us all in.

And the writing of it,

brings the sleepless tension back.


Can the past hear our whispers?

Can it read between the lines?


Love drops in the dark,

and shivers dance on the body.

I wouldn’t trade this silence for the world.


The morning’s light breeze

disappears the endless thoughts.

Keeping the mind busy

is all I can think of.


Photo: Nikon F75 (28-100mm). LomoChrome Purple, 100-400, 35mm film. Agios Ioannis, Pelion, Greece. August 2019. 

Η Αρχη

Όταν ξεκίνησα από την αρχή,


Τον πόνο και τη δυστυχία ζωγράφιζα

στο μυαλό,

ώσπου μια μέρα πέθανα.

Πίσω από τους καθρέφτες,

στις άδειες σελίδες,



Έψαχνα να βρω τον τρόπο να

δραπετεύσω τον θάνατο,

όμως η ώρα των δευτερολέπτων

είχε σταματήσει

και εγώ μετρούσα μόνο αστέρια.

Μικρά, θαμπά, αποτελειωμένα

τα μετρούσα με στόμα στεγνό

και μορφή ξασπρισμένη.

Ο κόσμος πίσω από τα καμένα λουλούδια

είχε μαυρίσει.

Και το μέτρημα εξαφανιζόταν

πίσω από τα σύννεφα.

Η σιωπή πίσω από το πέπλο

απλωνόταν στα χέρια μου

σαν τον αφρό της θάλασσας

στο άγριο κύμα του Αυγούστου.

Δεν μπορούσα να βρω πώς να γυρίσω

πίσω στα παλιά βιβλία

και τις γραμμένες σελίδες.


Ο χρόνος είχε ερωτευτεί την άβυσσο

και θρεφόταν από καινούργιους θανάτους.

Όμως στο βάθος,

πίσω από τα κλεισμένα παράθυρα,

βρήκα ένα φως

φτιαγμένο από χέρια.

Έκαιγε μικρό στο σκοτάδι,

δυνατό και μόνο.

Οι αντανακλάσεις της σιωπής γύρω μου


στο πρώτο φως που βρήκα στο σκοτάδι.

Η μια ζωή – ίσως να ήταν και εφτά – που έζησα

δεν φτάνει για να ξεφύγω

από τις γκρίζες λέξεις.

Μα σαν γυρνούσα το κεφάλι,

αποφασισμένη να επιζήσω τον θάνατο,

μια φωνή αχνή και ξεφτισμένη ακούστηκε

πίσω από το φως.


Το μέσα μου άναψε,

ο θάνατος σκίστηκε

και ο πόνος της Ποίησης μου μίλησε

για το κενό που δεν μπορώ να γεμίσω.


Photos: Nikon F75 (28-100mm). Kodak Ultra Max 400, 35mm film. Stadspark, Groningen, The Netherlands. February 2020. 

Outside my window

Outside the window

the wind howls violently,

it’s that time of year

when nature crashes silence

and together they march

on our souls’ path.


I can’t sleep at night,

slowly losing my breath,

while the streetlights flicker.

Time stops partially,

it crumbles underneath my pillow,

suffocating dust particles

and lost dreams.


Listen to my voice,

it is hemorrhaging

stardust and fear.


The pages filled with letters,

the books turn dusty,

my eyes hurt, swollen from the wind.

There’s an ink stain on my bedsheet.


Photo: Nikon F75 (28-100mm). Kodak Utramax 400, 35mm film. Stadspark Groningen, the Netherlands. December 2019.

the body issue

Being thin and flat chested

I felt like the Other,

walking, mumbling

merely existing on the margins,

trying to hold on, to remember

how it felt to be me beyond my

non-feminine existence



My body never belonged to me,

it was always their property

to look and to devour,

to judge and to despise,

always not feminine enough.

With a thin, awkward body,

a tomboy,

the never belonging aura

hovered above my existence for

decades to come.


A wall kept growing around me,

till my heart turned into cement,

and hardened,

cold, grey and barely living

full of self-hate bricks.


Years passed,

my body swayed

back and forth,

in time’s soothing breeze.

The wall blossomed

with colorful flowers.

My body gained strength and

I managed to break the cement

with my bare hands.

The insecurity bricks were destroyed,

allowing the light of real beauty

to shine through.


Photo: Pentax P30, 35mm with Pentax-A 50mm F/2 SMC Lens. Kodak Gold film 200. The Netherlands, 2014.