For the Women who came before us

My body breaks,

it shatters into millions of pieces.

I carry the voices,

the screams,

the whispers,

the beggings,

of all the women who came before me.

I, too, feel their pain,

deep in my skin,

it goes through the flesh,

and reaches my bones.

Cold, it crushes me.

 

The pain lingers,

in the dark rooms of our bodies

it fades,

it withers and then stops,

leaving only remnants of suffering.

In its place

anything ugly

is transformed

to strength

and courage.

It breathes survival.

 

And the flowers in our heads

blossom,

out of coal and ash,

our saliva becomes sugar between our tongue,

washing over the bitterness in our mouths

and we swallow

all the false masculinity,

or whatever is left from it.

 

We are one.

Our bodies connect

through hundreds of years of abuse.

The pain in our bodies,

now a tree

with deep strong roots,

is capable to defeat anything.

 

Our mouths make sounds

as last!

they move,

they vibrate,

they tell the stories of pain.

 

Our voices create waves and waves and waves

of endless vibrations,

weaving webs of strong fibers,

ready to catch a sister who might fall.

Our voices are the voices of truth and pain,

and all that’s in between.

Our voices are strong,

they finally echo.

[I cry with them too]

21.10.2018


Photo: Nikon F75 (35-70mm). Kodak Ultra Max 400, 35mm film. Warns, Friesland, the Netherlands, July 2020.

Με τη γευση χαμομηλιου

Με τη γεύση χαμομηλιού στο στόμα

ερωτεύομαι,

τον εαυτό και τον κόσμο

ανασυντάσσω.

Στη βουή του μεγαλείου

αποζητώ το τίποτα

και το γιορτάζω

με χρυσάνθεμα και φως.

Πλέον τίποτα δεν χωράει σε κούτες.

Όλα (εκεί) ελεύθερα υπάρχουν,

ανήκουν σε όλους,

με τον ήχο του ήλιου

είναι_

Χωρίς αποσκευές

προχωρώ.

Αυτά που γεμίζουν τις τσέπες

ελαφραίνουν την ψυχή.

12. 2. 2017


Photo: Nikon F75 (28-100mm). Lomography Color Negative 800, 35mm film. Terschelling island, Friesland, the Netherlands. October 2019.

♣ Το Φθινοπωρινο ♣

Τον Οκτώβριο,
τα κλαδιά στα κόκκινα
λάμπουν στον ήλιο.

 

Τον Νοέμβριο,
τα κλαδιά στα κίτρινα
πέφτουν στο χώμα.

 

Το φθινόπωρο,
το αναποφάσιστο
που μας ηρεμεί.

 

Καμιά γιορτή
αμέτρητα τα φύλλα
κανένα γέλιο.

 

Κίτρινο χώμα,
πού πήγαν οι αγκαλιές;
Δύει ο ήλιος.


Photo: Praktica MTL 5 (1.8/50). Kodak Gold 200, 35mm film. Groningen, the Netherlands. April 2020.

Our Summer

Dead bugs around me

dead end

no land can caress my sorrow,

no land has room for my depth

and the crows’ screams.

 

At night we see others swimming

steadily and slowly

into dark blue waters

while crickets sing

undisturbed.

 

Soft waves touch our skin.

A light sound that reaches our dreams

reflects on the water’s surface.

No memory

or sense

stay undisturbed.

 

This is our summer.


Photo: Nikon F75 (28-100mm). LomoChrome Purple, 100-400, 35mm film. Agios Ioannis, Pelion, Greece. August 2019.

Τον καιρο της καραντινας

Τ’ αστέρια κρύβονται,
             οι ίσκιοι εξαφανίζονται.
Πού γυρνάς τα βράδια,
             τώρα που ζέστανε ο καιρός;
Ο κόσμος φαίνεται σιωπηλός
             σχεδόν ήρεμος.
Ο αέρας όμως γεμάτος
             ανησυχία εδώ, εκεί, παντού.

Ψίθυροι εξαντλημένοι,
             αναζητούν το φως,
             αυτό που χάσαμε,
             που θρέφαμε κρυφά,
             τα βράδια αυτού του Ιουνίου.

Θέλεις να πάμε βόλτα;
Να δούμε λίγο κόσμο
      – ν α ξ ε σ κ ά σ ο υ μ ε –
Άσε μωρέ,
             τους βλέπουμε κι απ’ το παράθυρο.
Εκτός αυτού, σφίγγεται η καρδιά μου όταν το ενάμιση μέτρο γίνεται ένα,
             μετά μικραίνει
             και συρρικνώνεται
               στα 50 εκατοστά,
               40 εκατοστά,
               30 φτου και δεν βγαίνω
               ποτέ ξανά απ’ το σπίτι μου.

Οι φίλοι μου έχουν ξεχάσει το πρόσωπό μου,
εγώ έχω ξεχάσει τ’ όνομά μου
και αργά τρώω τα σωθικά μου
ανασαίνω αέναη ανησυχία
        – σωπαίνει η ψυχή –

Εισπνοή – Εκπνοή.
Μέρες έχω ν’ ακούσω τη φωνή μου
να βοά στην ησυχία,
και τρομάζω.
             Μήπως έφυγε;
             Εξαφανίστηκε;
             Ελευθερώθηκε;
Καμία απάντηση.

Τελείωσε ή ακόμη;
             αναρωτιέμαι.
Δεν ακούω τίποτα.
             Ησυχία.
             Έρχεται καταιγίδα.


Photo: Nikon F75 (28-100mm). LomoChrome Purple, 100-400, 35mm film. Groningen, the Netherlands. May 2020.

Οταν αλλαζει ο καιρος

Όταν αλλάζει ο καιρός

οι πληγές μικραίνουν,

σχεδόν εξαφανίζονται.

 

Τις μικρές ώρες της νύχτας

τσούζουν,

λες και ο χρόνος δεν τις επιτρέπει

να γιάνουν.

 

Η θύμησή τους, τώρα ζωγραφισμένη

με ασπρόμαυρο μελάνι,

σε μπεζ φόντο,

πονά σε ανύποπτες στιγμές,

ακόμη και όταν

ο ήλιος καίει το δέρμα,

ακόμη και όταν η βροχή

λούζει το σώμα.

 

Ίσως στο μέλλον

να μην τις νιώθω πια,

τότε,

που θα έχω νικήσει τον θάνατο.


Photo: Nikon F75 (28-100mm). Color Negative, 35 mm, ISO 800. Stadspark Groningen, the Netherlands. March 2020.

Η Αρχη

Όταν ξεκίνησα από την αρχή,

έτρεμα.

Τον πόνο και τη δυστυχία ζωγράφιζα

στο μυαλό,

ώσπου μια μέρα πέθανα.

Πίσω από τους καθρέφτες,

στις άδειες σελίδες,

πέθανα.

 

Έψαχνα να βρω τον τρόπο να

δραπετεύσω τον θάνατο,

όμως η ώρα των δευτερολέπτων

είχε σταματήσει

και εγώ μετρούσα μόνο αστέρια.

Μικρά, θαμπά, αποτελειωμένα

τα μετρούσα με στόμα στεγνό

και μορφή ξασπρισμένη.

Ο κόσμος πίσω από τα καμένα λουλούδια

είχε μαυρίσει.

Και το μέτρημα εξαφανιζόταν

πίσω από τα σύννεφα.

Η σιωπή πίσω από το πέπλο

απλωνόταν στα χέρια μου

σαν τον αφρό της θάλασσας

στο άγριο κύμα του Αυγούστου.

Δεν μπορούσα να βρω πώς να γυρίσω

πίσω στα παλιά βιβλία

και τις γραμμένες σελίδες.

 

Ο χρόνος είχε ερωτευτεί την άβυσσο

και θρεφόταν από καινούργιους θανάτους.

Όμως στο βάθος,

πίσω από τα κλεισμένα παράθυρα,

βρήκα ένα φως

φτιαγμένο από χέρια.

Έκαιγε μικρό στο σκοτάδι,

δυνατό και μόνο.

Οι αντανακλάσεις της σιωπής γύρω μου

χάθηκαν,

στο πρώτο φως που βρήκα στο σκοτάδι.

Η μια ζωή – ίσως να ήταν και εφτά – που έζησα

δεν φτάνει για να ξεφύγω

από τις γκρίζες λέξεις.

Μα σαν γυρνούσα το κεφάλι,

αποφασισμένη να επιζήσω τον θάνατο,

μια φωνή αχνή και ξεφτισμένη ακούστηκε

πίσω από το φως.

 

Το μέσα μου άναψε,

ο θάνατος σκίστηκε

και ο πόνος της Ποίησης μου μίλησε

για το κενό που δεν μπορώ να γεμίσω.

 

Photos: Nikon F75 (28-100mm). Kodak Ultra Max 400, 35mm film. Stadspark, Groningen, The Netherlands. February 2020. 

Ο καστανας

Με βραχνή φωνή

στην άκρη της θάλασσας

πουλά κάστανα.

 

Γυμνά τα δέντρα,

φορεί λεπτό πουλόβερ

στον κρύο καιρό.

 

Προς τον καστανά

τα βήματά μου μετρώ

στην ζεστή φωτιά.

 

‘Θέλω κάστανα

για να ζεσταθώ’, λέω

‘Ορίστε’, λέει.

 

Αλλάζει χρώμα

κόκκινος ο ουρανός

το νέο έτος.

 

Photo: Thessaloniki, Greece. December 2017. Minolta Dynax 7000i, Kodak Film 200, 35mm film, 36 exp.

εκεινες τις μερες

Περιμένοντας την βροχή

ψάχνοντας το φως

ξεχνάω τις τελείες στις προτάσεις μου,

ξεχνάω ν’ αλείψω τις φέτες το πρωί,

και τρέχω τρελαμένη

πάνω κάτω στους δρόμους μας

 

θορύβους ακούω που δεν κατανοώ

όταν ανοίγετε τα στόματά σας,

κεφάλια στους δρόμους που γυρνούν

μετράω

 

οι ώρες

οι μέρες

οι νύχτες σας με τις δικές μου

δεν συμπίπτουν

και φτου ξανά απ’ την αρχή.

 

PhotoBourtange Fortress in Southeast Groningen. November 2017. The Netherlands. Minolta dynax 7000i, Kodak Gold, ISO 200, 35mm film. Scanned with CanonScan 9000f Mark II. 

Το κολυμπι

Στην θάλασσα μέσα τον σέρνουν,

στα χέρια τους τον βαστούν,

είναι γέρος,

το ξέρει,

το ξέρουν.

 

Προσπαθεί να σταθεί,

σκοντάφτει,

τρόμος.

Το κύμα εναντιώνεται,

σκοτοδίνη,

ώμος.

Κρατήθηκε,

την τελευταία στιγμή

πριν το κύμα σπάσει.

 

Με αργές κινήσεις φτάσανε

πέρα από τις νοητές γραμμές της θάλασσας

τον έσπρωξαν,

αφέθηκε.

Σαν τις μέρες εκείνες τις ξέγνοιαστες

αφέθηκε.

Ο πόνος εξαφανίστηκε,

τα πόδια ξεδιπλώθηκαν,

λύθηκε_

 

Ελευθερία κινήσεων.

Στην θάλασσα όλα είναι.

 

Ο γιος του μπήκε στα βαθιά να τον πάρει

όταν τα δάκρυα είχαν ήδη στεγνώσει.

 

Photo: Spiaggia Capriccioli, Sardinia, Italy. Canon EOS 1000D, edited with VscoCam.