Οταν αλλαζει ο καιρος

Όταν αλλάζει ο καιρός

οι πληγές μικραίνουν,

σχεδόν εξαφανίζονται.

 

Τις μικρές ώρες της νύχτας

τσούζουν,

λες και ο χρόνος δεν τις επιτρέπει

να γιάνουν.

 

Η θύμησή τους, τώρα ζωγραφισμένη

με ασπρόμαυρο μελάνι,

σε μπεζ φόντο,

πονά σε ανύποπτες στιγμές,

ακόμη και όταν

ο ήλιος καίει το δέρμα,

ακόμη και όταν η βροχή

λούζει το σώμα.

 

Ίσως στο μέλλον

να μην τις νιώθω πια,

τότε,

που θα έχω νικήσει τον θάνατο.


Photo: Nikon F75 (28-100mm). Color Negative, 35 mm, ISO 800. Stadspark Groningen, the Netherlands. March 2020.

Η Αρχη

Όταν ξεκίνησα από την αρχή,

έτρεμα.

Τον πόνο και τη δυστυχία ζωγράφιζα

στο μυαλό,

ώσπου μια μέρα πέθανα.

Πίσω από τους καθρέφτες,

στις άδειες σελίδες,

πέθανα.

 

Έψαχνα να βρω τον τρόπο να

δραπετεύσω τον θάνατο,

όμως η ώρα των δευτερολέπτων

είχε σταματήσει

και εγώ μετρούσα μόνο αστέρια.

Μικρά, θαμπά, αποτελειωμένα

τα μετρούσα με στόμα στεγνό

και μορφή ξασπρισμένη.

Ο κόσμος πίσω από τα καμένα λουλούδια

είχε μαυρίσει.

Και το μέτρημα εξαφανιζόταν

πίσω από τα σύννεφα.

Η σιωπή πίσω από το πέπλο

απλωνόταν στα χέρια μου

σαν τον αφρό της θάλασσας

στο άγριο κύμα του Αυγούστου.

Δεν μπορούσα να βρω πώς να γυρίσω

πίσω στα παλιά βιβλία

και τις γραμμένες σελίδες.

 

Ο χρόνος είχε ερωτευτεί την άβυσσο

και θρεφόταν από καινούργιους θανάτους.

Όμως στο βάθος,

πίσω από τα κλεισμένα παράθυρα,

βρήκα ένα φως

φτιαγμένο από χέρια.

Έκαιγε μικρό στο σκοτάδι,

δυνατό και μόνο.

Οι αντανακλάσεις της σιωπής γύρω μου

χάθηκαν,

στο πρώτο φως που βρήκα στο σκοτάδι.

Η μια ζωή – ίσως να ήταν και εφτά – που έζησα

δεν φτάνει για να ξεφύγω

από τις γκρίζες λέξεις.

Μα σαν γυρνούσα το κεφάλι,

αποφασισμένη να επιζήσω τον θάνατο,

μια φωνή αχνή και ξεφτισμένη ακούστηκε

πίσω από το φως.

 

Το μέσα μου άναψε,

ο θάνατος σκίστηκε

και ο πόνος της Ποίησης μου μίλησε

για το κενό που δεν μπορώ να γεμίσω.

 

Photos: Nikon F75 (28-100mm). Kodak Ultra Max 400, 35mm film. Stadspark, Groningen, The Netherlands. February 2020. 

Η ΑΡΧΗ

Όταν ξεκίνησα από την αρχή, έτρεμα.

Τον πόνο και τη δυστυχία ζωγράφιζα στο μυαλό,

ώσπου μια μέρα πέθανα.

Πίσω από τους καθρέφτες,

στις άδειες σελίδες,

πέθανα.

Έψαχνα να βρω τον τρόπο να δραπετεύσω τον θάνατο,

όμως η ώρα των δευτερολέπτων είχε σταματήσει

και εγώ μετρούσα μόνο αστέρια.

Μικρά, θαμπά, αποτελειωμένα

τα μετρούσα με στόμα στεγνό

και μορφή ξασπρισμένη.

Ο κόσμος πίσω από τα καμμένα λουλούδια είχε μαυρίσει.

Και το μέτρημα εξαφανιζόταν πίσω από τα σύννεφα.

Η σιωπή πίσω από το πέπλο

απλωνόταν στα χέρια μου

σαν τον αφρό της θάλασσας

στο άγριο κύμα του Αυγούστου.

Δεν μπορούσα να βρω πώς να γυρίσω

πίσω στα παλιά βιβλία

και τις γραμμένες σελίδες.

Ο δρόμος είχε ερωτευτεί την άβυσσο

και θρεφόταν από καινούργιους θανάτους.

Όμως στο βάθος,

πίσω από τα κλεισμένα παράθυρα,

βρήκα ένα φως.

Έκαιγε μικρό στο σκοτάδι,

φτιαγμένο από χέρια,

δυνατό και μόνο.

Οι αντανακλάσεις της σιωπής γύρω μου χάθηκαν,

στο πρώτο φως που βρήκα στο σκοτάδι.

Η μια ζωή που έζησα δεν φτάνει

για να ξεφύγω από τις γκρίζες λέξεις.

Μα σα γυρνούσα το κεφάλι,

αποφασισμένος να επιζήσω το θάνατο,

μια φωνή αχνή και ξεφτισμένη ακούστηκε,

πίσω από το φως.

Το μέσα μου άναψε,

ο θάνατος σκίστηκε

και ο πόνος της Ποίησης μου μίλησε

για το κενό που δεν μπορώ να γεμίσω.

 

(Photo: Leeuwarden waters, 2014. Taken with Iphone-4 and processed with VscoCam App.)