ΤΙΣ ΜΕΡΕΣ ΤΟΥ ΣΕΠΤΕΜΒΡΗ

Η βροχή αργεί να φανεί

πίσω από τους ουρανούς.

Ντρέπομαι

όταν τα δάκρυα στα μάτια μου

έρχονται απρόσκλητα.

Και σάμπως ανοίξω και πάλι

τις κουρτίνες της ψυχής

μήπως δω την ταραχή

και τον πόνο μέσα της;

‘Φοβάμαι’

είναι η λέξη που γράφω τα βράδια.

Φοβάμαι

και οι μέρες κυλούν αργά,

σχεδόν αγύμνωτες από ντροπή.

Φοβάμαι.

Τραγουδώ και τρέμω,

σαν ανοίγει ο ουρανός

και μαζί με το κλάμα του

ποτίσει και το δικό μου.

Τη στιγμή που γρατζουνάω ποιήματα

κάτι συμβαίνει.

Κάτι μικρό που φουσκώνει μέσα μου ξεσπά_

Γεμίζει, γεμίζει με μαρμάρινα δάκρυα,

λευκά,

στο χρώμα τ’ουρανού

τα φθινοπωρινά απογεύματα.

 

2.9.2016

(Photo: Leeuwarden, January 2015, Pentax P30, Fuji Film.)